Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

Paul Weller - Wake Up The Nation

 

Χωρίς αμφιβολία ο Paul Weller είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της βρετανικής μουσικής σκηνής των τελευταίων 35 χρόνων: Εμβληματική μορφή του punk με τους Jam στα τέλη των 1970s, πρωτεργάτης της mod αναβίωσης των 1980s και άριστος εκφραστής της λευκής soul με τους Style Council, αλλά επίσης διακεκριμένος για την προσωπική καριέρα, που ακολούθησε στη συνέχεια. Καρποί της τελευταίας τα εννέα στούντιο άλμπουμ, από το φερώνυμο σόλο ντεμπούτο του 1992 μέχρι το πρόσφατο “Wake Up The Nation”. 

Πριν περάσουμε στο πρόγραμμα της ακρόασης, ας αφιερώσουμε λίγες γραμμές στη φάση της ζωής και της καριέρας που βρίσκεται το 2010 ο Weller. Σε ό,τι αφορά την εξωτερική του εμφάνιση μόνο οι ρυτίδες στο πρόσωπό του προδίδουν τα 52 του χρόνια. Πάντοτε κομψά ντυμένος και κουρεμένος με στιλ (μια φορά mod, πάντοτε mod!), αδύνατος, ενεργητικός, μοιάζει περισσότερο με αιώνιο έφηβο παρά με μεσήλικο. Απεχθάνεται τους υπολογιστές και θεωρεί τα e-mail υπεύθυνα για το γεγονός ότι έχουμε σταματήσει να συζητάμε. Ούτε και τα CD συμπαθεί· δεν μπορεί να χωνέψει πώς ξεχάσαμε τους τίτλους των τραγουδιών και μιλάμε πια μόνο για “Track 4” και “Track 13”. 

Τα νέα από την προσωπική του ζωή δεν είναι ευχάριστα. Λίγο πριν την κυκλοφορία αυτού του δίσκου έχασε τον  πατέρα του, John (ο οποίος εκτελούσε και χρέη μάνατζερ για το γιό του, ήδη από τις ημέρες των Jam) και χώρισε από την επί 13 χρόνια συμβία του, Sammy. 

Στο “Wake Up The Nation” 16 τραγούδια στριμώχνονται σε 40 λεπτά.
Η μουσική συχνά κινείται στο πειραματικό άκρο της παραγωγής των Jam ενώ άλλες φορές θυμίζει Bowie της εποχής του “Low” (μάλιστα στους στίχους του τραγουδιού “Andromeda” ο Weller επανδρώνει ένα διαστημόπλοιο και… εγκαταλείπει τον πλανήτη μας).
Το άλπμουμ δεν έχει τον εσωστρεφή χαρακτήρα του αμέσως προηγούμενου “22 Dreams”, μοιράζεται όμως με εκείνο την avant garde διάθεση· τη φορά αυτή ωστόσο αντί για folk αναζητήσεις το ενδιαφέρον στρέφεται στην rock και soul ψυχή της μουσικής.
Σημαντικός για τη διαμόρφωση του διαφορετικού ήχου είναι ο ρόλος που έχει παίξει ο παραγωγός και επί χρόνια συνεργάτης του Weller, Simon Dine. Παρά την εκτεταμένη χρήση «πραγματικών» οργάνων η παραγωγή ωφελείται πολύ από τις ευκολίες των σύγχρονων στούντιο ηχογραφήσεων χρησιμοποιώντας πολλά πρόσθετα εφέ. 

Αν και οι Weller και Dine είναι και οι δυο ερμηνευτές ποικιλίας οργάνων, στην ηχογράφηση καλούνται να συμμετάσχουν αρκετοί επιπλέον μουσικοί, όπως ο κιθαρίστας Kevin Shields (των My Bloody Valentine) και οι ντράμερ Bev Bevan (των The Move) και Clem Cattini (72 ετών, γνωστός ως μέλος των Tornadoes καθώς και από τις συμμετοχές του σε δεκάδες Νο.1 ηχογραφήσεις). Μια ευρύτερη διαπίστωση είναι ότι ο Weller στο νέο του άλμπουμ φαίνεται να έχει τη διάθεση να δώσει στο πιάνο πρωταγωνιστικό ρόλο, παράλληλα με την κιθάρα. Όσον δε αφορά στους στίχους, οι περισσότεροι γράφηκαν «αυτόματα» κατά τη διαδικασία της ηχογράφησης. 

Μια ματιά στα επιμέρους τραγούδια είναι ενδεικτική της ηχητικής ποικιλίας ενός άλμπουμ που δεν φοβάται να δοκιμάσει, συντηρώντας διαρκώς μια αίσθηση επείγοντος και καίριου: 

Το “Moonshine”, με το οποίo ξεκινά το άλμπουμ, είναι ένα ηλεκτρικό r&b κομμάτι. Το “Trees”, μια σουίτα με πέντε μέρη αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του Weller, αλλάζει πρόσωπα αιφνιδιαστικά (πιανιστική μπαλάντα τύπου Νέας Ορλεάνης, ψυχεδέλεια, electronica, soul). Ο funk χαρακτήρας του ομότιτλου με το άλμπουμ κομματιού κοσμείται με κιθάρες και ντέφι. Το “Two Fat Ladies” παντρεύει το music hall με Beatle-ική βρετανική ψυχεδέλεια της εποχής του “Revolver”. Το “No Tears Left To Cry” θυμίζει τη soul pop των 1960s. Ο soul rock ρυθμός του “Aim High” παραπέμπει στον Bobby Womack. Στο “7 & 3 Is The Striker’s Name” το blues rock αλά Bo Diddley συναντιέται με τη free jazz ανεξαρτησία και με τους κοινωνικά και πολιτικά μαχητικούς στίχους. Το αργό βαλς ιντερλούδιο “In Amsterdam” συνδυάζει τη νοσταλγία με την εγρήγορση και το “Whatever Next” ονειρικά έγχορδα με χαλαρές γραμμές του μπάσου. Τέλος στο “Fast Car, Slow Traffic”, με τη γρήγορη-αργή-γρήγορη ανάπτυξη, μπάσο παίζει ο Bruce Foxton, πρώην μέλος των Jam, παρέχοντας μια -κυριολεκτικά και μεταφορικά- «σύνδεση με τα προηγούμενα».

 

In Free Fall – A Tribute to Costas Yiannoulopoulos

 


Το “In Free Fall” αποτελεί την πρώτη δισκογραφική κυκλοφορία που είναι αποκλειστικά αφιερωμένη σε έναν Έλληνα δημοσιογράφο του μουσικού χώρου, τον Κώστα Γιαννουλόπουλο. 

Ακούγοντας τα τρία CD, με 24 κομμάτια, ακυκλοφόρητα πριν και μάλιστα στην πλειονότητά τους γραμμένα ειδικά για το αφιέρωμα αυτό, ξεφυλλίζοντας το συνοδευτικό ένθετο, παρατηρώντας τις φωτογραφίες και διαβάζοντας τα κείμενα που του αφιερώνουν φίλοι και συνεργάτες, καθένας μπορεί να καταλάβει το γιατί. 

Ο Γιαννουλόπουλος είχε εξαρχής τάξει τον εαυτό του στην jazz. Μόνο που στην Ελλάδα, πέρα από μεμονωμένες παρουσίες και προσπάθειες, jazz σκηνή δεν υπήρχε. Έπρεπε να τη δημιουργήσει ο ίδιος. Και το έκανε: οργανώνοντας φεστιβάλ (Praxis 1980-1987)· διευθύνοντας δισκογραφική εταιρεία (Soundwave)· εκδίδοντας βιβλία (Jazz 1900-1990, Οδηγός Δίσκων Τζαζ)· εκδίδοντας περιοδικά (Τζαζ)· δημοσιογραφώντας (Τα Νέα, Ήχος)· κάνοντας ραδιοφωνικές παραγωγές (Δεύτερο, Τρίτο, Top FM)· ιδρύοντας και διευθύνοντας ένα εξειδικευμένο jazz ραδιόφωνο (Jazz FM, 1991-1996). 

Μέχρι που ήλθε πρόωρα ο θάνατός του, σε ηλικία 49 ετών, το Νοέμβριο του 1997. 

Στο αφιέρωμα συμμετέχουν πολλοί καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένοι, τζαζίστες και κλασικοί, έθνικ και λόγιοι, με μουσικές από εκείνες που ο Γιαννουλόπουλος συνήθιζε να ακούει και να παίζει στις εκπομπές του: Μηνάς Αλεξιάδης, Anastasia, Ross Daly, Ανδρέας Γεωργίου, Harmut Geerken, Βαγγέλης Κατσούλης, Γιώργος Μαγκλάρας, Kora Michaelian, Jemeel Moondoc, Famoudou Don Moye, Μιχάλης Νικολούδης, Nor Dar, Sun Ra, Salah Ragab, Θωμάς Σλιώμης, Βασίλης Σούκας, Labyrinth, Κυριάκος Σφέτσας, Jon Tchicai, Omar Faruk Tekbilek, Arto Tuncboyaciyan, Λητώ Βογιατζόγλου, Haig Yazdjian. 

Καθώς η ακρόαση ολοκληρώνεται, συνειδητοποιεί κανείς ότι το “In Free Fall” δεν είναι απλώς ένα μνημόσυνο· αφήνει την παρηγοριά ότι, σε έναν κόσμο από τον οποίο όλοι είμαστε περαστικοί, η Μουσική μένει.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Camper Van Beethoven - Key Lime Pie

 

 

Listen to "Key Lime Pie" by Camper Van Beethoven on Spotify


Ruben Gonzalez - Chanchullo

 

Αν και ο πιανίστας Ruben Gonzalez ήταν επί δεκαετίες ένας από τους πιο διάσημους και δημοφιλείς μουσικούς στην πατρίδα του, την Κούβα, μόλις το 1996, με τη συμμετοχή του στο φιλμ και το άλμπουμ "Buena Vista Social Club" έγινε γνωστός στο διεθνές ακροατήριο. 


Το "Chanchullo" (2000) διαδέχθηκε το σόλο ντεμπούτο του στην ετικέτα World Circuit με το "Introducing... Ruben Gonzalez" (1997), παρουσιάζοντας μια δεύτερη σειρά μοναδικών ερμηνειών του σε τραγούδια από διάφορες φάσεις της καριέρας του, τόσο ως σόλο καλλιτέχνη όσο και ως μέλους στις μπάντες ανανεωτών της κουβανέζικης μουσικής, όπως οι Arsenio Rodriguez και Enrique Jorrin, που εκθέτουν ένα πανόραμα ρυθμών και τεχνοτροπιών: danzon, cha cha cha, son montuno, bolero, descarga, guajira. 


Με ερμηνευτικό πάθος που δύσκολα πιστεύει κανείς ότι πηγάζει από άνθρωπο της δικής του ηλικίας (83 ετών κατά την ηχογράφηση), ο Gonzalez χάνεται μέσα στα τραγούδια που ερμηνεύει, απορροφάται από αυτά και ενώνεται με την άχρονη και πνευματική ποιότητα της μουσικής, μετατρέποντας αυτό που στα χέρια κάποιου άλλου θα ήταν μια απλή παράθεση κλασικών χορευτικών στιγμών του «son» σε εμπειρία μουσικής μέθεξης. 


Τον συνοδεύει η μπάντα Κουβανέζων μουσικών με την οποία πραγματοποιεί τις διεθνείς περιοδείες του: Cachaito Lopez (μπάσο), Guajiro Mirabel (τρομπέτα), Jesus Ramos (τρομπόνι), πολυάριθμοι σολίστες σε τύμπανα και κρουστά (bongos, timbales, maracas), ενώ σε επιμέρους κομμάτια συμμετέχουν ο διάσημος, πλέον, βοκαλίστας Ibrahim Ferrer, ο φλαουτίστας Richard Egues, ο Σενεγαλέζος τραγουδιστής Cheikh Lo. 


"Τα τραγούδια είναι η αυτοβιογραφία του Ruben Gonzalez" αναφέρεται σε κάποιο σημείο των σημειώσεων του προσεγμένου συνοδευτικού ενθέτου. Μακάρι να είχαμε πολλούς ακόμη σαν αυτόν. 

 

Listen to "Chanchullo" by Ruben Gonzalez on Spotify

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Rolling Stones - Δισκογραφία 1971-1986




Sona Fariq - Sona Fariq


Κάποια από τα πλέον ενδιαφέροντα και παρεμβατικά πράγματα στην ιστορία της ηλεκτρικής μουσικής έγιναν από οργισμένους πιτσιρικάδες με δυνατές φωνές και δυνατές κιθάρες. Παιδιά που δεν είχαν τίποτα να χάσουν, αντίθετα αγωνίζονταν να κερδίσουν τον κόσμο ολόκληρο με πείσμα, ψυχή, όραμα, αφοσίωση και με τη μουσική να λειτουργεί ως όπλο, ιδανικό, φάρμακο, ταυτότητα, ερωμένη. 

Ο κατάλογος με τους ακαταμάχητους ροκάδες του τύπου αυτού είναι μακρύς και βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι μένει πάντα ανοιχτός. 

Οι νεότεροι απόστολοι της τραχιάς ηλεκτρικής θρησκείας ακούν στο όνομα Sona Fariq και είναι ένα τετραμελές σχήμα με έδρα το Λονδίνο. Η υβριδική αγγλο-ασιατική καταγωγή των μελών περνά και στη μουσική τους (ανανεωτικές ska, reggae, ragga και hip-hop αποκλίσεις από τον κανόνα των Stooges και των MC5), η οποία ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις τους Public Enemy και κάνει τους Jane's Addiction να μοιάζουν ατάλαντοι. 

Είναι φανερό ότι αυτό το φερώνυμο ντεμπούτο των Sona Fariq δεν κάνει για όλους, όπως συμβαίνει με τον κάθε δίσκο από κείνους που είναι ικανοί να τρομάξουν τους γονείς και να μαγέψουν τα παιδιά τους. Στην περίπτωση που έχετε συνεχίσει να διαβάζετε μέχρι εδώ, μην τον χάσετε. 

Listen to the debut LP of Sona Fariq on Spotify